
Για τους μαθητές μου με αγάπη... Για να βρίσκουμε έναν χώρο έκφρασης και συνάντησης με την ομάδα... Και για να νιώθουμε όλοι μαζί τη χαρά του μοιράσματος! Και για όποιον συνάδελφο, ανήσυχο ταξιδευτή...
Το βούκινο...
Το βούκινο...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ: Η απονομή των βραβείων του 3ου Πανελληνίου Ποιητικ...
Βιβλιοπωλείο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ: Η απονομή των βραβείων του 3ου Πανελληνίου Ποιητικ...: Οι διοργανωτές του Ποιητικού Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ και οι βραβευθέντες σε αναμνηστική φωτογραφία Η απονομή των βραβείων του 3ου Πανελλην...
Στο ανθοπωλείο (Μαρία Σφήκα)
Το 1ο Βραβείο του 3ου Ποιητικού Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ απονεμήθηκε στη Μαρία Σφήκα, καθηγήτρια αγγλικής γλώσσας του 1ου Γυμνασίου Ναυπάκτου, με το ψευδώνυμο Νίκη Παιωνίου για το ποίημα "Στο Ανθοπωλείο". Συγχαρητήρια, Μαρία!
Α’ ΒΡΑΒΕΙΟ-- ΝΙΚΗ ΠΑΙΩΝΙΟΥ
Στο ανθοπωλείο
Ι
Τέλεια ρόδα της Αμβέρσας,
του Άμστερνταμ τουλίπες
αψεγάδιαστες,
που ανθίσατε
κάτω απ’ του θερμοκηπίου
το νάυλον ουρανό
με της αυτόματης βροχής
το σιγανό, ρυθμισμένο κλάμα,
υβρίδια
της πιο σκληρής ευγονικής,
του σωλήνα ορφανά,
που σκάτε ολοπόρφυρα χαμόγελα τριγύρω
επιβίωσης,
σαν ιδρυματικά παιδιά,
μήπως σας επιλέξουν
και σωθείτε˙
ΙΙ
που πουλιέστε χονδρική
σαν κάθε ομορφιά ανυπεράσπιστη
και αποστέλλεστε στον πελάτη
αυθημερόν
ασφυκτικά συσκευασμένα
σε εικοσάδες,
συνοδευμένα από πιστοποιητικά προέλευσης
όπου αναγράφονται τα ευγενή,
λατινικά ονόματά σας,
Υψηλότατα τέκνα σεις,
της βοτανικής κατάταξης,
εκπεσόντα
στων συνοικιακών ανθοπωλείων
τα ψυγεία
όπου διατηρείστε
πέντε μέρες
μέγιστα
κι έπειτα,
όπως όπως διατίθεστε
στο ήμισυ της αρχικής τιμής
με το κιλό,
πριν καταλήξετε,
σωρός,
σε κακοφωτισμένες πίστες ξενυχτάδικων,
ξεφυλλισμένα,
πατημένα,
βρώμικα,
βορά μιας βιαστικής
και αγχωμένης σκούπας
δίχως πρόσωπο,
τέλος της βάρδιας,
έξι η ώρα το πρωί˙
ΙΙΙ
άνθη πολύπαθα,
που έχετε μ’ αξιοπρέπεια υπομείνει
τη διαδικασία της κοπής,
της διαλογής,
της απολύμανσης,
τη μοναξιά του επαγγελματικού ψυγείου,
της φορτοεκφόρτωσης
την άκρα χυδαιότητα,
που στέκεστε όρθια
στους μίσχους σας ακόμη
σαν τους μάρτυρες,
φορτωμένα
συμβολισμούς δυσβάστακτους,
εν αγνοία σας
αχθοφόροι αισθημάτων
βαρέων κι ανθυγιεινών,
αμήχανων,
διεκπεραιωτές λατρείας
κι αιωνίων υποσχέσεων
με τέτοια αφοσίωση
στο ιδανικό
τέτοια προσήλωση,
που δεν αντέχουν
οι έρωτες,
τα πένθη,
οι γιορτές μας,
μαραίνονται
πριν από σας,
σκορπίζουν,
αφήνοντάς σας πίσω
στολισμένα
σε άδειες κάμαρες,
βουβά,
να υπενθυμίζετε
μια τελειότητα υπερκόσμια,
δυσεύρετη,
αρχετυπική,
αυτό που έπρεπε να είναι
αλλά δεν κράτησε,
αυτό που άρχισε
και ναυάγησε στη μέση,
την άκρη του νοήματος
που χάθηκε
έτσι απρόσεχτα
μες στο κουβάρι της ζωής:
τις βιαστικές προτεραιότητες,
τα επείγοντα,
της λογικής τους καθημερινούς
συμβιβασμούς˙
IV
τριαντάφυλλα απ’ το Βέλγιο,
βελούδινα της Λιέγης,
της Αμβέρσας βαθυκόκκινα,
τα αισθήματα αδυνάτισαν,
πια δεν αντέχουν˙
στα δεκανίκια τώρα στηριζόμαστε
των ξυλωμένων μίσχων σας:
έναντι κάποιας αμοιβής
του ανθοπωλείου η κυρία
αναλαμβάνει να συνθέσει ανθοδέσμη
κατάλληλη για οποιαδήποτε περίσταση˙
σταθμίζει τα κοινωνικά
και αλάθητα προτείνει
το σύνηθες,
το αποδεκτό,
το ευπρόσωπο,
εμπιστευθείτε την,
γνωρίζει εξίσου
τ’ άνθη
και τη φύση την ανθρώπινη˙
αφήστε για λογαριασμό σας
να επιλέξει
το είδος και το χρώμα
και τις λέξεις
κι αν θέλετε,
προσθέτει επίσης πρασινάδες και κισσό
ξερά κλαδιά, καρπούς,
σύρματα, πέτρες,
φτερά και ό,τι χρειαστεί˙
του ανθοπωλείου η κυρία
με φαντασία, με οίστρο
συμπληρώνει
ό,τι στερείται η ζωή˙
ακάθεκτη,
ασυμβίβαστη,
στην τέχνη της
ολόψυχα δοσμένη
με ζήλο ισιώνει τα στρεβλά,
αφαιρεί τα γηρασμένα,
λυγίζει τα στελέχη
να υπακούν,
συμμετρικά
τ’ ανυπότακτα
κλαδεύει
ιδίως τους κρίνους,
τις ηχηρές αυτές τρομπέτες,
τις αυθάδεις,
τις άσεμνες,
της γονιμότητας,
με δυο κινήσεις
δίχως σκέψη
ευνουχίζει
ψαλιδίζοντας
τους γυροφόρους στήμονες
που επιμένουν να σκορπούν
προκλητικά
την κίτρινή τους σκόνη,
να λεκιάζουν ανεξίτηλα
τ’ όραμα το παρθενικό,
της τελειότητας,
που έχει στο μυαλό της˙
V
μόνο που,
σαν η σύνθεση
τελειώσει
και αριστοτεχνικά δεθεί
η σατέν κορδέλλα,
κάτω απ’ το σελοφάν
σπάνια πια βλέπεις
κάποιον λαθρεπιβάτη υφαντή
να χάνεται ανάμεσα στα φύλλα
τρομαγμένος,
δείγμα πολύτιμο
αντάρτισσας συγκίνησης
που διέφυγε
κι οδεύει ασυγκράτητη
προς κάθε ενδεχόμενο˙
VI
σπανιότερο ακόμη,
ξαφνικά
να τρικυμίσει τον αέρα
τσιμπώντας τα ρουθούνια
και τη μνήμη
πικάντικη μοσχοβολιά
αληθινού γαρύφαλλου˙
πού μα βρεθούνε σήμερα
ματσάκια άγριων αισθημάτων
γνήσιων,
ακαλλιέργητων,
ακραίων,
υπερθετικών,
ενίοτε
ανεξέλεγκτων,
δυνητικά
επικίνδυνων,
ποιος να αντέξει
ζωή
στο μέγιστο
αδιαβάθμιστη
στην ένταση
μια κλίμακα μονάχα:
έκσταση
απόγνωση,
πλέον
σαν κι εσάς,
του ανθοπωλείου άνθη
αψεγάδιαστα,
δεν έχει ο έρωτας αγκάθια,
ούτε ο θάνατος κεντρί
ούτε άρωμα η μέρα.
Αν... (Κίπλινγκ)
Αν μπορείς στην πλάση τούτη να περιφρονείς τα πλούτη
(Ρd Κίπλινγκ, Άγγλος ποιητής & πεζογράφος 1865-1936, Βρ. Νόμπελ 1907)
Άσκηση: Γράψε κι εσύ το δικό σου "Αν".
Ο Σαμουήλ (Αρ. Βαλαωρίτης)
-Καλόγερε, τι καρτερείς κλεισμένος μες στο Κούγκι;
Πέντε νομάτοι σόμειναν - κ' εκείνοι λαβωμένοι!
Κ'είναι χιλιάδες οι εχθροί που σ' έχουνε ζωσμένον!
Έλα να δώσης τα κλειδιά, πέσε να προσκυνήσης,
κι αφέντης ο Βελήπασας δεσπότη θα σε κάμη!
Έτζι ψηλά από το βουνό φωνάζει ο Πήλιο Γκούσης…
Κλεισμένος μες στην εκκλησά βρίσκετ' ο Σαμουήλης,
κι αγέρας παίρνει τη φωνή του Πήλιου του προδότη.
Χωρίς ψαλμούς καί θυμιατά, χωρίς φωτοχυσία,
γονατισμένοι, σκυθρωποί, μπρος στην Ωραία Πύλη,
πέντε Σουλιώτες στέκονται με το κεφάλι κάτου.
Βουβοί - δέν ανασαίνουνε. και βλέπεις κάπου-κάπου
όπου ένα χέρι σκώνεται και κάνει το σταυρό του.
Ακίνητα στο μάρμαρο σέρνονται τα σπαθιά τους -
σπαθιά που τόσο εδούλεψαν γιά το γλυκό τους Σούλι!
Δε φαίνετ'ο καλόγερος. μόνος του στ' άγιο Βήμα
προσεύχετο κ'ετοίμαζε τη μυστική θυσία.
Σφιχτά-σφιχτά στα χέρια του εβάστα το Ποτήρι
και μύρια λόγι' απόκρυφα έλεγε του Θεού του.
Τα μάτια κατακόκκινα απ' τες πολλές αγρύπνιες
εκοίταζαν ακίνητα το Σώμα και το Αίμα.
Τι θάλασσα, που κύματα έχει κρυφές έλπίδες !..
Σιγάτε βρόντοι τουφεκιών, πάψτε φωνές πολέμου,
Κι ο Σαμουήλ την ύστερη την κοινωνιά θα πάρη !
Κ' εκεί που κοίταζ' ο παπάς τη Σάρκα τού Θεού του,
εκύλησ' απ' τα μάτια του στου ποτηριού τα σπλάχνα
σαν τη δροσούλα διάφανο κρυφά-κρυφά ένα δάκρυ.
- Θεέ μου και πατέρα μου, θαμμένος εδωμέσα
εδίψασα... Χωρίς νερό η θεία κοινωνιά σου
θα έμεν' ατελείωτη... Δέξου, γλυκέ μου Πλάστη,
αυτό το μαύρο δάκρυ μου - μη το καταφρονέσης.
αμόλυντο και καθαρό βγαίν' απ' τα φυλλοκάρδια.
δέξου το, Πλάστη, δέξου το - άλλο νερό δεν έχω.
Ήτανε ήλιος κ' έλαμψε το ιερό το σκεύος.
Το αίμα εζεστάθηκε, άχνισε, ζωντανεύει.
Αναγαλλιάζει ο Σαμουήλ που είδε τη Θεία Χάρη
και τρέμοντας αγκάλιασε το θεϊκό ποτήρι
και τόσφιξε στα χείλη του κι άκουσε που χτυπούσε
σαν νάτανε λαχταριστή καρδιά, ζωή γιομάτη.
Ανοίγ' ή Πύλη του Ιερού, σκύφτουν τα παλληκάρια.
τ' ανδρειωμένα μέτωπα το μάρμαρο χτυπάνε,
και καρτερούν ακίνητα του γέροντα τα λόγια.
Επρόβαλ' ο καλόγερος. Το πρόσωπό του φέγγει
σα χιονισμένη κορυφή στου φεγγαριού τη λάμψη.
Στα λαβωμένα χέρια του βαστούσ' ένα βαρέλι
πόκλειε μέσα θάνατο, φωτιά κι απελπισία.
Εκείνο μόνο τόμεινε..- εκείνο μόνο φθάνει !
Εμπρός στην Πύλη του Ιερού μονάχος του το στένει
και τρεις φορές το βλόγησε και τρεις φορές το φχέται.
Σάν νάταν Άγια Τράπεζα, σαν νάταν Αρτοφόρι
επίθωσ' ο καλόγηρος επάνω το ποτήρι,
και σιωπηλός κι ατάραχος άναψε θειαφοκέρι...
Τα γόνατά του εχτύπησαν ορμητικά την πλάκα,
εσήκωσε τα χέρια του, το πρόσωπό του ανάφτει -
κ' οι πέντε τον εκοίταζαν βουβοί μέσα στα μάτια:
Πέντε νομάτοι σόμειναν - κ' εκείνοι λαβωμένοι!
Κ'είναι χιλιάδες οι εχθροί που σ' έχουνε ζωσμένον!
Έλα να δώσης τα κλειδιά, πέσε να προσκυνήσης,
κι αφέντης ο Βελήπασας δεσπότη θα σε κάμη!
Έτζι ψηλά από το βουνό φωνάζει ο Πήλιο Γκούσης…
Κλεισμένος μες στην εκκλησά βρίσκετ' ο Σαμουήλης,
κι αγέρας παίρνει τη φωνή του Πήλιου του προδότη.
Χωρίς ψαλμούς καί θυμιατά, χωρίς φωτοχυσία,
γονατισμένοι, σκυθρωποί, μπρος στην Ωραία Πύλη,
πέντε Σουλιώτες στέκονται με το κεφάλι κάτου.
Βουβοί - δέν ανασαίνουνε. και βλέπεις κάπου-κάπου
όπου ένα χέρι σκώνεται και κάνει το σταυρό του.
Ακίνητα στο μάρμαρο σέρνονται τα σπαθιά τους -
σπαθιά που τόσο εδούλεψαν γιά το γλυκό τους Σούλι!
Δε φαίνετ'ο καλόγερος. μόνος του στ' άγιο Βήμα
προσεύχετο κ'ετοίμαζε τη μυστική θυσία.
Σφιχτά-σφιχτά στα χέρια του εβάστα το Ποτήρι
και μύρια λόγι' απόκρυφα έλεγε του Θεού του.
Τα μάτια κατακόκκινα απ' τες πολλές αγρύπνιες
εκοίταζαν ακίνητα το Σώμα και το Αίμα.
Τι θάλασσα, που κύματα έχει κρυφές έλπίδες !..
Σιγάτε βρόντοι τουφεκιών, πάψτε φωνές πολέμου,
Κι ο Σαμουήλ την ύστερη την κοινωνιά θα πάρη !
Κ' εκεί που κοίταζ' ο παπάς τη Σάρκα τού Θεού του,
εκύλησ' απ' τα μάτια του στου ποτηριού τα σπλάχνα
σαν τη δροσούλα διάφανο κρυφά-κρυφά ένα δάκρυ.
- Θεέ μου και πατέρα μου, θαμμένος εδωμέσα
εδίψασα... Χωρίς νερό η θεία κοινωνιά σου
θα έμεν' ατελείωτη... Δέξου, γλυκέ μου Πλάστη,
αυτό το μαύρο δάκρυ μου - μη το καταφρονέσης.
αμόλυντο και καθαρό βγαίν' απ' τα φυλλοκάρδια.
δέξου το, Πλάστη, δέξου το - άλλο νερό δεν έχω.
Ήτανε ήλιος κ' έλαμψε το ιερό το σκεύος.
Το αίμα εζεστάθηκε, άχνισε, ζωντανεύει.
Αναγαλλιάζει ο Σαμουήλ που είδε τη Θεία Χάρη
και τρέμοντας αγκάλιασε το θεϊκό ποτήρι
και τόσφιξε στα χείλη του κι άκουσε που χτυπούσε
σαν νάτανε λαχταριστή καρδιά, ζωή γιομάτη.
Ανοίγ' ή Πύλη του Ιερού, σκύφτουν τα παλληκάρια.
τ' ανδρειωμένα μέτωπα το μάρμαρο χτυπάνε,
και καρτερούν ακίνητα του γέροντα τα λόγια.
Επρόβαλ' ο καλόγερος. Το πρόσωπό του φέγγει
σα χιονισμένη κορυφή στου φεγγαριού τη λάμψη.
Στα λαβωμένα χέρια του βαστούσ' ένα βαρέλι
πόκλειε μέσα θάνατο, φωτιά κι απελπισία.
Εκείνο μόνο τόμεινε..- εκείνο μόνο φθάνει !
Εμπρός στην Πύλη του Ιερού μονάχος του το στένει
και τρεις φορές το βλόγησε και τρεις φορές το φχέται.
Σάν νάταν Άγια Τράπεζα, σαν νάταν Αρτοφόρι
επίθωσ' ο καλόγηρος επάνω το ποτήρι,
και σιωπηλός κι ατάραχος άναψε θειαφοκέρι...
Τα γόνατά του εχτύπησαν ορμητικά την πλάκα,
εσήκωσε τα χέρια του, το πρόσωπό του ανάφτει -
κ' οι πέντε τον εκοίταζαν βουβοί μέσα στα μάτια:
Η δέησις
- Πατέρα μου, σ'εδούλεψα
πιστά σαράντα χρόνια,
καί τώρα στά γεράματα
μου δίνεις κατηφρόνια !
Το θέλημά σου ας γενή!
Λυπήσου μας, σπλαχνίσου
και πάψε την οργή σου !
Σ' εσένα, σαν ωρφάνεψα,
έδωκα την ψυχή μου -
το Σούλι μου τ' αγκάλιασα
στον κόσμο για παιδί μου.
Τώρα το Σούλι τόχασα…
Ηλθ' η στερνή μου μέρα -
θάλθω σ' εσέ, Πατέρα...
Μέτρησε πόσοι εμείναμε !
Οι άλλοι πεθαμένοι
μες στα λαγκάδια σέρνονται
νεκροί και λαβωμένοι!
Άταφ' αμοιρολόητα
σέπονται τα κουφάρια
στου λόγγου τα χορτάρια.
Όρνια και λύκοι εχόρτασαν
τα μαύρα κρέατά μας.
Συχώρεσε, συχώρεσε,
Πλάστη, τα κρίματά μας!
Και τώρα που θα νάλθωμε
κ' ήμείς στην αγκαλιά σου,
δέξου μας σαν παιδιά σου!
Και κοίταξε τα χέρια μας
τώρα σ' εσέ σκωμένα
πώς είν' από το άπιστο
το αίμα λερωμένα,
κ' ευχαριστήσου, Πλάστη μου,
και πές: «- Εύλογημένοι,
πιστοί μου ανδρειωμένοι!»
Τώρα το Σούλι απέθανε.
δεν έμειν' ένα χέρι
που να μπορή στα δάχτυλα
να σφίξη το μαχαίρι...
Πατέρα παντοδύναμε,
γενού σ' εμάς πατρίδα -
άλλη δεν έχω ελπίδα.
Εκεί ψηλά στο θρόνο σου,
στην τόση βασιλεία,
δώσε σ' εμάς τους δύστυχους
μικρή μια κατοικία,
να μοιάζη με το Σούλι μας -
και δώσε μου ένα βράχο
κ' εκεί το Κούγκι νάχω.
Χώμα στο Σούλι ελεύθερο
για να ταφώ δε μένει.
ελέησον με, Πλάστη μου,
συχώρεσε να γένη
το Κούγκι μου η εκκλησιά,
το Ιερό σου Βήμα
του Σαμουήλ το μνήμα.
Εδώ ποδάρι άπιστο
ποτέ δε θα τολμήση
(ποτέ ! το είπα, τ' ώρκισα )
το Κούγκι να πατήση.
Μαζί μου παίρνω τα κλειδιά,
Πλάστη μου, δεν τ' αφήνω -
ούτε σ' εσέ τα δίνω !
Εκεί ψηλά στον ουρανό
να τα φορή στη μέση
ο Σαμουήλ ο δούλος σου
θα σε παρακαλέση...
Πατέρα μου, μη πειραχθής -
κάμε μου αυτή τη χάρη:
άλλος να μη τα πάρη!
…Και τώρα, τώρα π' άκουσες
τον πόνο, τον καημό μας,
δέξου μας και θ'αφήσωμε
το Σούλι το γλυκό μας...
Το Σούλι - αχ ! πως τόχασα! -
ψυχή μου, μη δακρύσης,
είν' ώρα να τ' αφήσης!
Κι απλώνοντας τα χέρια του στους πέντε του συντρόφους:
Θεέ μου, πολυέλεε,
τώρα που θαν' αφήσω
τον κόσμο και στον ίσκιο σου
θάλθ' ο φτωχός να ζήσω,
μια χάρη θέλω, Πλάστη μου:
- τα πέντε τα παιδιά μου
να τάχω συντοοφιά μου!
Τ'ανάθρεψα στον κόρφο μου -
για ιδέ τα, τα καημένα,
άλλονε δέν άγάπησαν
παρά εσέ κ' εμένα.
Παιδιά μου, μή δειλιάζετε-
νάχετε την ευχή μου,
Θά ζήσετε μαζί μου !
Σταλαματιά-σταλαματιά τα δάκρυά τους πέφτουν
κ' η πλάκα που τα δέχεται ραγίζεται και τρίζει.
Παράπονο τους έπιασεν, όχι θανάτου φόβος,
και κλαίοντας ο Σαμουήλ, εις τόνα του το χέρι
το ιερό ποτήρι του και στ' άλλο τη λαβίδα,
αρχίνησε την κοινωνιά του Πλάστη να μεράζη...
Ο πρώτος εμετάλαβε - μεταλαβαίνει κι άλλος,
την έδωσε στον τρίτονε - κι ο τέταρτος την παίρνει,
και φθάνει ως τον ύστερο και τού τηνε προσφέρει.
Κ' εκεί πού έψαλλ' ο παπάς μέ τή γλυκειά φωνή του
του δείπνου σου του μυστικού / σήμερον Υιέ Θεού,..
φωνές ακούονται, χτυπιές, αλαλαγμός, αντάρα.
Πλακώσανε οι άπιστοι..- καλόγερε, τι κάνεις;..
Εσήκωσε τα μάτια του ο Σαμουήλ στον κρότο -
και στάζ' απ'τή λαβίδα του επάνω στο βαρέλι
μια φλογερή σταλαματιά απ' του Θεού το γαίμα...
Αστροπελέκια επέσανε, βροντάει ο κόσμος όλος -
λάμπει στα γνέφ' η εκκλησιά, λάμπει το μαύρο Κούγκι!
Τι φοβερή κεροδοσά πόλαβε στη θανή του
το Σούλι το κακότυχο, και τι καπνό λιβάνι!..
Ανέβαινε στον ουρανό και του παπά το ράσο
κι απλώθηκε κι απλώθηκε σαν τρομερή μαυρίλα,
σα σύγνεφο κατάμαυρο κ' εθόλωσε τον ήλιο.
Κ' ενώ τ' ανέβαζ' ο καπνός, κ' ενώ το συνεπαίρνη,
το ράσο πάντ' αρμένιζε κ' εδιάβαινε σά Χάρος.
κ' εκείθεν οπού διάβηκε ο φλογερός του ίσκιος,
σαν νάταν μυστική φωτιά ερρόγισε το λόγγο.
Και με τες πρώτες αστραπές και με τα πρωτοβρόχια
χλωρό χορτάρι φύτρωσε, δάφνες, έλιές, μυρτούλες,
ελπίδες, νίκες και σφαγές - χαρές κ' ελευθερία.
Ο τελευταίος Παλαιολόγος (Γ. Βιζυηνός)
Τὸν εἶδες μὲ τὰ μάτια σου, γιαγιά, τὸν Βασιλέα,
ἢ μήπως καὶ σὲ φάνηκε, σὰν ὄνειρο, νὰ ποῦμε,
σὰν παραμύθι τάχα;
-Τὸν εἶδα μὲ τὰ μάτια μου, ὡσὰν καὶ σένα νέα,
πὰ νὰ γενῶ ἑκατὸ χρονῶ, κι᾿ ἀκόμα τὸ θυμοῦμαι,
σὰν νἄταν χτὲς μονάχα.
Στὴν Πόλη, στὴν Χρυσόπορτα, στὸν πύργον ἀπὸ κάτου,
εἶν᾿ ἕνα σπήλαιο πλατύ, στρωμένο σὰν παλάτι,
σὰν ἅγιο παρακκλήσι;
Κανένας Τοῦρκος δὲν μπορεῖ νὰ κρατηθῇ κοντά του,
κανεὶς τῆς σιδερόπορτας ναὕρη τὸ μονοπάτι,
νὰ πὰ νὰ τὸ μηνύσῃ.
Μόνο κανένας Χριστιανός, κανένας ποὺ τὸ ξέρει,
περνᾷ π᾿ αὐτοῦ κρυφὰ κρυφὰ καὶ τὸν σταυρό του κάνει
μὲ φόβο καὶ μ᾿ ἐλπίδα.
Ἔτσι κι᾿ ἐγώ, βαστούμενη στὸ πατρικό μου χέρι,
ἐπῆγα καὶ προσκύνησα. Καὶ ἐδ᾿ αὐτοῦ μ᾿ ἐφάνη-
Ὄχι μ᾿ ἐφάνη! Εἶδα:
Μέσ᾿ στὸ σκοτάδι τὸ βαθὺ ἕν᾿ ἄστρο, σὰν λυχνάρι,
σὰν μία φλόγα μυστική, ἀπ᾿ τὸν Θεὸ ἀναμμένη.
γαλάζια λάμψι χύνει.
Καὶ φέγγει τὴν λευκόχλωμη τοῦ Βασιλέως χάρι,
ποὺ μὲ κλεισμένα βλέφαρα ἐξαπλωμένος μένει
στὴν ἀργυρή του κλίνη.
- Ἀπέθανε, γιαγιά; - Ποτέ, παιδάκι μου! Κοιμᾶται,
κοιμᾶται μόνο! Τὴν χρυσὴ κορῶνα στὸ κεφάλι,
τὸ σκῆπτρο του στὸ χέρι.
Καί, σὰν παληοί του σύντροφοι, πιστοί του
παραστᾶται, στὰ στήθη τ᾿ ὁ Σταυραετός, στὰ πόδια του
προβάλλει δικέφαλο Ξαφτέρι.
Ἐπάν᾿ ἀπ᾿ τὸ κεφάλι του, ἡ ἀσπίδα παραστέκει,
κι᾿ ἐκεῖ ποὺ τὸ χρυσόπλεκτο, τὸ ψηφωτὸ ζωνάρι
τὴν μέση του κατέχει,
σὰν ἀστραπὴ π᾿ ἀπέμεινε χωρὶς ἀστροπελέκι,
ζερβιά, ὡς κάτου κρέμεται τ᾿ ἀστραφτερὸ θηκάρι-
μέσα σπαθὶ δὲν ἔχει!
-Γιατί, γιαγιά; Ποῦ εἶναι τό; -Βαμμένο μέσ᾿ στὸ αἷμα,
ἀκόμ᾿ ὡς τώρα βρίσκεται σ᾿ ἑνὸς ἀγγέλου χέρι,
στὸν οὐρανὸ ἐπάνου...
Ἤτανε τότε ποὺ ἡ Τουρκιὰ τὴν Πόλην ἐπολέμα.
Μέσα μία φοῦχτα ἐλεύθεροι, ἀπ᾿ ἔξω μύριο ἀσκέρι,
οἱ σκλάβοι τοῦ Σουλτάνου.
Κι᾿ ὁ Μωχαμὲτ ὁ ἴδιος του πὰ στ᾿ ἄγριό του ἄτι
-Δός μου τῆς Πόλης τὰ κλειδιά! τοῦ Κωνσταντίνου κράζει,
καὶ τὸ σπαθί σου δός μου!
-Ἔλα καὶ πάρ᾿ τα! λέγ᾿ αὐτός, τοῦ Τούρκου τοῦ μουχτάτη
Ἐγὼ δὲν δίνω τίποτε! Τίποτ᾿ ἐνόσῳ βράζει
μία στάλλα γαῖμα ἐντός μου!-
Κι᾿ ἐπρόβαλαν τὰ λάβαρα, κι᾿ ἀρχίνησεν ἡ μάχη!
Σαράντα μέραις πολεμοῦν, σαράντα μερονύχτια
χτυπιοῦνται καὶ χτυποῦνε,
οἱ Τοῦρκοι σὰν τὰ κύματα κι᾿ οἱ Χριστιανοὶ σὰν βράχοι.
Κι᾿ οὔτε τῶν Φράγκων προδοσιαίς, οὔτε τῶν φλάρων δίχτυα
τὸν Βασιλέα σειοῦνε.
Ἀπ᾿ ταὶς σαράντα κι᾿ ὕστερα Θεὸς τὸν παραγγέλλει.
-Γιὰ τοῦ λαοῦ τὰ κρίματα, εἶναι γραφτὸ νὰ γείνῃ,
προσκύνα τὸν Σουλτάνο!-
Μ᾿ αὐτός, τὸ χέρι στὸ σπαθί, πεισμόνεται, δὲν θέλει!
-Πρὶν μπρὸς σὲ Τοῦρκο τύραννο τὸ γόνατό μου κλίνῃ,
πὲς κάλλιο ν᾿ ἀποθάνω!-
Ἔξ᾿ ἀπ᾿ τὸ κάστρο χύνεται μὲ σπάθα γυμνωμένη,
καὶ σφάζει Τούρκων κατοσταὶς κι᾿ ἀγαρινῶν χιλιάδες-
Ἐκεῖνος κι᾿ ὁ στρατός του.
Μὰ ἦτ᾿ ὀλίγος ὁ στρατός, κι᾿ οἱ πρῶτοι λαβωμένοι!
Ἔπεσαν τ᾿ ἀρχοντόπουλα ἔφυγαν οἱ Ρηγάδες,
κι᾿ ἀπέμεινεν ἀτός του.
Ὅσο τὸν ζώνουν τὰ σκυλιά, τόσο χτυπᾷ καὶ σφάζει,
σὰν πληγωμένος λέοντας, σὰν τίγρη τῆς ἐρήμου,
ποὺ τὰ παιδιά της σκώσουν.
Μὰ κεῖ τοῦ πέφτει τ᾿ ἄλογο! Καὶ πέφτ᾿ αὐτὸς καὶ κράζει.
-Δὲν βρίσκετ᾿ ἕνας Χριστιανὸς νὰ πάρ᾿ τὴν κεφαλή μου,
πρὶν πᾶν καὶ μὲ σκλαβώσουν;-
Μιὰ τρίχα καὶ τὸν σκότωνεν Ἀράπικη λεπίδα!
Μὰ δὲν τὸ ἤθελ᾿ ὁ Θεός. Δὲν ἤθελε ν᾿ ἀφίσῃ
τῶν Χριστιανῶν τὸ Γένος
αἰώνια δίχως βασιλιᾶ κι᾿ ἐλευθεριᾶς ἐλπίδα.
Γι᾿ αὐτὸ προστάζ᾿ ἕν᾿ ἄγγελο νὰ πὰ νὰ τὸν βοηθήση,
σὰν ἦταν κυκλωμένος.
Κι᾿ αὐτὸς τὸν Μαῦρο λακπατᾷ, τὸν Βασιλὲ γλυτώνει.
τὸ κοφτερό του τὸ σπαθί του παίρν᾿ ἀπὸ τὸ χέρι,
τοὺς Τούρκους διασκορπίζει.
Πὰ στὰ λευκά του τὰ φτερὰ τὸν Βασιλέα σκώνει,
μέσ᾿ στὸ πλατὺ τὸ σπήλαιο, ποὺ σ᾿ εἶπα, τόνε φέρει,
κι᾿ ἐκεῖ τόνε κοιμίζει.-
-Καὶ τώρα πιὰ δὲν εἰμπορεῖ, γιαγιάκα, νὰ ξυπνήσῃ;
-Ὢ βέβαια! Καιροὺς καιρούς, σηκώνει τὸ κεφάλι,
στὸν ὕπνο τὸν βαθύ του,
καὶ βλέπ᾿ ἂν ἦρθεν ἡ στιγμή, πὤχ᾿ ὁ Θεὸς ὁρίσει,
καὶ βλέπ᾿ ἂν ἦρθ᾿ ὁ ἄγγελος γιὰ νὰ τοῦ φέρῃ πάλι
τὸ κοφτερὸ σπαθί του.
-Καὶ θἄρθη, ναί, γιαγιάκα μου; -Θἄρθη, παιδί μου, θἄρθη.
Καὶ ὅταν ἔρθῆ, τί χαρὰ στὴν γῆ, στὴν οἰκουμένη,
σ᾿ ὅποιους θὰ ζοῦνε τότε!
Διπλό, τριπλὸ θὰ πάρουμεν αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐπάρθη,
κι᾿ ἡ Πόλη, κι᾿ ἡ Ἁγιασοφιὰ δική μας θένα γένη.
-Πότε, γιαγιά μου; Πότε;
-Ὅταν τρανέψῃς, γυόκα μου, κι᾿ ἀρματωθῇς καὶ κάμῃς
τὸν ὅρκο στὴν Ἐλευθεριά, σὺ κι᾿ ὅλ᾿ ἡ νεολαία,
νὰ σώσετε τὴν χώρα.
Τότε θὲ νἄρθ᾿ ὁ ἄγγελος κι᾿ ἀγγελικαὶ δυνάμεις,
νὰ μποῦνε, νὰ ξυπνήσουνε, νὰ ποῦν στὸν Βασιλέα,
πὼς ᾖλθε πιὰ ἡ ὥρα!
Κι᾿ ὁ Βασιλὲς θὰ σηκωθῇ, τὴν σπάθα του θὰ δράξη,
καί, στρατηγός σας, θὲ νὰ μπῇ στὸ πρῶτο του βασίλειο
τὸν Τοῦρκο νὰ χτυπήσῃ.
Καὶ χτύπα, χτύπα θὰ τὸν πὰ μακρὰ νὰ τὸν πετάξῃ,
πίσω στὴν Κόκκινη Μηλιά, καὶ πίσ᾿ ἀπὸ τὸν ἥλιο,
ποὺ πιὰ νὰ μὴ γυρίσῃ!
Τὸ Μπαλουκλί - Τὰ ψάρια τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς (Γ.Βιζυηνός)
Σαράντα μέρες πολεμᾷ ὁ Μωχαμὲτ νὰ πάρῃ
την Πόλη τὴν μεγάλη.
Σαράντα μέρες ἔκαμεν ὁ ῾γούμενος τὸ ψάρι
στὰ χείλη του νὰ βάλῃ.
την Πόλη τὴν μεγάλη.
Σαράντα μέρες ἔκαμεν ὁ ῾γούμενος τὸ ψάρι
στὰ χείλη του νὰ βάλῃ.
Ἀπ᾿ τὲς σαράντα κι ὕστερα, πεθύμησε νὰ φάγῃ
τηγανισμένο ψάρι.
–Ἂν μᾶς φυλάγ᾿ ἡ Παναγιὰ καθὼς μᾶς ἐφυλάγει,
τὴν Πόλη ποιὸς θὰ πάρη;
τηγανισμένο ψάρι.
–Ἂν μᾶς φυλάγ᾿ ἡ Παναγιὰ καθὼς μᾶς ἐφυλάγει,
τὴν Πόλη ποιὸς θὰ πάρη;
Ρίχτει τὰ δίχτυα στὸν γιαλό, τρία ψαράκια πιάνει,
–Θεός νὰ τὰ βλογήσῃ!
Τὸ λάδι βάλλει στὴν φωτιὰ μὲς στ᾿ ἀργυρὸ τηγάνι,
για νὰ τὰ τηγανίσῃ.
–Θεός νὰ τὰ βλογήσῃ!
Τὸ λάδι βάλλει στὴν φωτιὰ μὲς στ᾿ ἀργυρὸ τηγάνι,
για νὰ τὰ τηγανίσῃ.
Τὰ τηγανίζ᾿ ἀπὸ τὴν μιά, καὶ πά᾿ νὰ τὰ γυρίσῃ
κι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος.
Ὁ παραγιός του βιαστικὰ πετᾷ νὰ τοῦ μιλήσῃ,
καὶ τάχασεν ὁ γέρος!
κι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος.
Ὁ παραγιός του βιαστικὰ πετᾷ νὰ τοῦ μιλήσῃ,
καὶ τάχασεν ὁ γέρος!
–Μην τηγανίζῃς, γέροντα, καὶ μὄσχισε τὸ ψάρι
στην Πόλη τὴν μεγάλη!
Τὴν Πόλη τὴν ἐξακουστὴ οἱ Τοῦρκοι ἔχουν πάρει,
μᾶς κόβουν τὸ κεφάλι!
στην Πόλη τὴν μεγάλη!
Τὴν Πόλη τὴν ἐξακουστὴ οἱ Τοῦρκοι ἔχουν πάρει,
μᾶς κόβουν τὸ κεφάλι!
–Στὴν Πόλη Τούρκου δὲν πατοῦν κι Ἀγαρηνοῦ ποδάρια!
Μὲ φαίνεται σὰν ψεύμα!
Μ᾿ ἂν εἶν᾿ ἀλήθεια τὸ κακό, νὰ σηκωθοῦν τὰ ψάρια
νὰ πέσουν μὲς στὸ ρεῦμα!
Μὲ φαίνεται σὰν ψεύμα!
Μ᾿ ἂν εἶν᾿ ἀλήθεια τὸ κακό, νὰ σηκωθοῦν τὰ ψάρια
νὰ πέσουν μὲς στὸ ρεῦμα!
Ἀκόμ᾿ ὁ λόγος βάσταγε, τὰ ψάρι᾿ ἀπ᾿ τὸ τηγάνι,
τὴν μία μεριὰ ψημένα,
πηδήξανε κι ἐπέσανε στῆς λίμνης τὴν λεκάνη,
γερά, ζωντανεμένα.
τὴν μία μεριὰ ψημένα,
πηδήξανε κι ἐπέσανε στῆς λίμνης τὴν λεκάνη,
γερά, ζωντανεμένα.
Ἀκόμ᾿ ὡς τώρα πλέουνε, κόκκιν᾿ ἀπὸ τὸ μέρος,
ὅπου τὰ εἶχε ψήσει.
Φυλάγουν τὸ Βυζάντιο ν᾿ ἀναστηθῇ κι ὁ γέρος
νὰ τ᾿ ἀποτηγανίση.
ὅπου τὰ εἶχε ψήσει.
Φυλάγουν τὸ Βυζάντιο ν᾿ ἀναστηθῇ κι ὁ γέρος
νὰ τ᾿ ἀποτηγανίση.
Όσο μπορείς (Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ)-δημιουργική γραφή
Όσο μπορείς....(από τη Χριστίνα)
Προσπάθησε να κυνηγήσεις τ όνειρο σου όσο μπορείς
και επιτυχίες θα βρεις.
Δεν έχει σημασία, αν οι άλλοι θα το κάνουν δεκτό
εσύ όμως πρέπει να πολεμήσεις γι αυτό.
Δύο πράγματα μόνο χρειάζονται:
να πιστεύεις στον εαυτό σου
γιατί αυτός είναι ο καλύτερος παρηγορητής,
και να πιστεύεις στο όνειρο σου,
γιατί σε αυτό πιστεύει ο εαυτός σου.
Όταν στο τέλος φτάσεις και τα καταφέρεις
(ποτέ μην περηφανευτείς γιατί θα ταπεινωθείς.
Χριστίνα Βασιλειάδη, Γ1 (1ο Ιπποκρατείου Γυμνασίου Κω)
Άσκηση: Γράψε κι εσύ το δικό σου "Όσο μπορείς" για την προσπάθεια που πρέπει να καταβάλλει ο άνθρωπος να... (π.χ. Να μένει εσωτερικά ελεύθερος, να αγωνίζεται για τις ιδέες του, να πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα, κλπ)
Τέλος διδακτικής ώρας (Μαρία Σφήκα)
στέκουμε λερωμένοι
και αμήχανοι.
Ζυγίζουμε το βάρος μας
απ’ το ένα πόδι στ’ άλλο
και αμήχανοι.
Ζυγίζουμε το βάρος μας
απ’ το ένα πόδι στ’ άλλο
ενώ τα χέρια μας, επεξηγώντας,
πλέκουν στον αέρα σκαλωσιές του υψηλού
όπου εμείς οι ίδιοι τρέμουμε
να αναρριχηθούμε.
Χειρότερα ακόμη, τα κρύβουμε στις τσέπες
σαν να μην έχουμε τίποτα να κάνουμε,
σαν να μην κάναμε τίποτα, ποτέ,
ή τα δένουμε πίσω απ’ την πλάτη
σα ν’ ανακρίνουμε το χρόνο
που μας πρόδωσε.
Τα ρούχα μας
δεν είναι ρούχα της δουλειάς
γεμάτα γράσσο, ιδρώτα ή κιμωλία.
Άλλες μουντζούρες μας βρωμίζουν.
Το ξέρουν, και το ξέρουμε.
Γι’ αυτό, όταν βρίσκουνε στο βλέμμα μας
μια ξεχασμένη θράκα εξέγερσης,
μια τίμια δυσπιστία εφηβείας,
μαζεύονται όλα, γύρω εκεί, να ζεσταθούν.
Τότε τα οδηγούμε μ'ελιγμούς
μακριά, πολύ μακριά,
για να μη βρουν ποτέ το δρόμο:
από του Ισημερινού τις επαρχίες, στης Ζανζιβάρης
την εξωτική πανίδα,
με τελικό προορισμό
του αρκτικού κύκλου το εξάμηνο σκότος.
Κι όμως αυτά, μόνα τουςεπιστρέφουν πάλι πίσω.
Με ερωτήσεις.
Τι γύρευε ο Μεγαλέξανδρος στην Κίνα;
Γιατί δεν πήγαμε ποτέ διακοπές στη Γυάρο,
τι τρων τα Σεραφείμ,
κι αυτός ο Εμπειρίκος γιατί ονειρεύονταν
με τα μάτια ανοιχτά;
ΙΙ
Στις γειτονιές το τρεχαλητό του γέλιου τους
εχθρευόμαστε.
Γι' αυτό με αυστηρότητα επιπλήττουμε
την πιο αθώα τους ορμή για γκρέμισμα.
Με ανακρίβειες κι ασάφειες,
φόβο και καλολογικά στοιχεία
πίσω απ' την έδρα οχυρωνόμαστε.
Κορίτσια με τα πρωτομινωικά μάτια
κι αγόρια αρχαϊκά, στις πρώτες στύσεις θάρρους,
ανήλικα του χρόνου,
άστεγα κάτω απ' την ατσάλινη βροχή των καιρών,
αποβλητέοι της αιθούσης,
κρυφοί καπνιστές καημών
που δεν προλάβατε να ζήσετε,
αναλφάβητα της θλίψης,
εστεμμένα της απόλυτης αγνότητας,
εσείς τουλάχιστον ποτέ δεν μιλήσατε
για ελευθερία, αλήθεια, δικαιοσύνη.
Μεγάλες λέξεις αυτές. Αγιάτρευτες.
Τις υπερασπιζόμαστε καλύτερα,
αφήνοντάς τις θαμμένες εκεί που βρίσκονται,
βαθιά μέσα μας
σαν τα κόκκαλα των προγόνων μας.
ΙΙΙ
Ο χρόνος μόνο υπογράφει απολυτήρια.
Όταν γέρους πια μας συναντούν στο δρόμο
και κάνουν πως δεν μας γνωρίζουν,
είναι γιατί ο βαθμός μας
ήταν μικρός στη γενναιότητα
ήταν μικρός στη γενναιότητα
και στην ειλικρίνεια,
έχουμε, από καιρό,
κοπεί από απουσίες.
'Ασκηση: Να περιγράψεις σε έναν συμμαθητή σου για ποιο λόγο δεν είπες καλημέρα σε έναν παλιό καθηγητή σου που συνάντησες στο δρόμο
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
