Δύο αστείες ιστορίες από την αρχαιότητα


viempiricusΑπό καιρό αναρωτήθηκα γιατί, στα χρόνια τα δικά μας, οι φιλόσοφοι αγνοούνται από τούς ανθρώπους εκείνους πού γνωρίζουν τόσο καλά να διακωμωδούν, στα έργα τους, ανθρώπινους χαρακτήρες, επαγγέλματα, καταστάσεις της καθημερινής ζωής πού, όταν τα διαβάζουμε, ή τα ακούμε μας διασκεδάζουνε.
Ίσως γιατί δεν υπάρχουν πια φιλόσοφοι. Ίσως, γιατί, και αν υπάρχουν, συνδιαλέγονται μεταξύ τους και ο πολύς κόσμος μένει άθελα ή θεληματικά απ’ έξω. Ή φιλοσοφία έχει αποκοπεί από την ζωή.
Δεν συνέβαινε όμως αυτό παλιά, πολύ παλιά. Οι φιλόσοφοι δεν ξέφευγαν από τα δίχτυα της σάτιρας. Και αυτό τούς έκανε ζωντανούς, ενοχλητικούς πολλές φορές, λιγότερο αξιοσέβαστους από ότι, ίσως, εμείς νομίζουμε. Αυτό όμως τούς έκανε και γνωστούς. Οι ιδέες τους περνούσαν στον κόσμο μέσα από την παράδοση και για χρόνια, για αιώνες έμεναν ανέκδοτα, ευφυολογήματα, αστείες ιστορίες, στην μνήμη των ανθρώπων. Δύο από αυτές τις ιστορίες θα θυμίσουμε εδώ. Είναι ό καλύτερος τρόπος για να διακωμωδήσουμε και τον εαυτό μας, όσοι από εμάς τον παίρνουνε στα σοβαρά, και για να μετριαστεί ή αλαζονεία όσων πιστεύουν ότι, ασχολούμενοι με την φιλοσοφική σκέψη των μεγάλων, γίνονται οι ίδιοι σπουδαίοι.
o Πύρρων σε τρικυμιώδη θάλασσα . 16ος αι.
o Πύρρων σε τρικυμιώδη θάλασσα . 16ος αι.
α.  Η δημοπρασία των φιλοσοφιών
Σε κάποια πόλη γίνεται δημοπρασία. Βγάζουν τις φιλοσοφίες στο σφυρί. Ας μεταφερθούμε λοιπόν στην αγορά. Πάγκοι έχουν στηθεί για τον κόσμο πού θα έρθει να αγοράσει. Εντολές δίνονται. Ό Ζευς επιβλέπει, ό Έρμης διευθύνει την πώληση, οι αγοραστές εξετάζουν τούς φιλοσόφους, πού καθένας τους εκπροσωπεί μία φιλοσοφία.
Αυτό είναι το σκηνικό. Ζωντανό, έξυπνο, ευρηματικό. ’Αρχίζει ό πλειστηριασμός, πουλιούνται οι διάφοροι φιλόσοφοι και, σαν πλησιάζει να τελειώσει ή δημοπρασία, απομένει ένας, ο Πυρρίας. Στο χέρι του κρατεί μία ζυγαριά. Ο Ερμής τον καλεί να πλησιάσει γρήγορα, γιατί ό κόσμος αρχίζει να φεύγει και πρέπει να πουληθεί και ό τελευταίος. Εμφανίζεται ένας αγοραστής και επακολουθεί ό σατιρικός διάλογος.
Αγοραστής: ... Πες μου, τι γνωρίζεις;
Πύρρων: Τίποτε.
Α: Πώς το εννοείς;
Π: Εννοώ πως νομίζω πως τίποτε δεν υπάρχει.
Α:  Άραγε, ούτε εμείς υπάρχουμε;
Π: Ούτε αυτό το γνωρίζω.
Α: Ούτε και ότι εσύ υπάρχεις;
Π: Αυτό είναι που ακόμη λιγότερο γνωρίζω.
Α: Τι απορία! Και τι τα θέλεις αυτά που κουβαλάς;
Π: Μ’ αυτά ζυγίζω τα επιχειρήματα και τα εξισορροπώ μεταξύ τους και, όταν βλέπω ότι είναι ακριβώς όμοια και ισοβαρή, τότε, ναι τότε είναι που δεν γνωρίζω ποιο είναι πιο αληθινό.
Α: Τι άλλο γνωρίζεις να κάνεις αρκετά καλά;
Π: Όλα, εκτός από το να πιάσω έναν δραπέτη.
Α: Και γιατί αυτό σου είναι αδύνατο;
Π: Μα γιατί, ώ αγαθέ, δεν μπορώ να πιάσω τίποτε.
Α: Ασφαλώς, αφού φαίνεσαι να είσαι αργός και νωθρός. Σε τι όμως αποσκοπεί η σοφία σου;
Π: Στην αμάθεια και στο να μην ακούω, να μη βλέπω.
Α: Θέλεις να πεις ότι είσαι και τυφλός και κουφός;
Π: Ναι, και ακόμη και άκριτος και αναίσθητος και γενικά δεν διαφέρω από σκουλήκι.
Α: Να γιατί πρέπει να σ’ αγοράσω.
Π (στον Έρμη): Πόσο λες ότι αξίζει;
Ερμής: Μία αττική μνα.
Α: Να, πάρε· (στον σκεπτικό): Τι έχεις να πεις; Σε αγόρασα;
Π: Άδηλο.
Α: Κάθε άλλο. Και σε αγόρασα και πλήρωσα την τιμή σε ρευστό.
Π: Επέχω γι’ αυτό και το σκέφτομαι.
Α: Έλα, λοιπόν. Περπάτα πίσω μου, όπως οφείλεις ως υπηρέτης.
Π: Ποιος γνωρίζει αν είναι αλήθεια αυτά που λες;
Α: Ο κήρυκας, η μνα και οι άνθρωποι που είναι εδώ- όλοι παρόντες.
Π: Υπάρχει κανείς εδώ παρών;
Α: Έλα τώρα και θα σε κανονίσω μέσα στο μύλο και θα σε πείσω, με τη χειρότερη λογική, ότι εγώ είμαι ο αφέντης.
Π: Έπεχε γι’ αυτό.
Α: Μα τον Δία, μα αφού το είπα ήδη.
Έρμης (στον σκεπτικό): Σύ παυσε να αντιλέγεις και ακολούθησε τον αγοραστή σου.
Στον αμίμητο Λουκιανό χρωστούμε τη φανταστική «Βίων πράσιν». Η παρωδία φωτίζει πιο έντονα ίσως, από μία ανάλυση της θεωρίας της εποχής και της ακαταληψίας, την διδασκαλία των σκεπτικών. Θα τη δούμε.
Arkesilas_Cup_Cdm_Paris_DeRidder189_n2
Και μια άλλη ιστορία μάς διασκεδάζει. Τη διηγείται ο Νουμήνιος, που δεν είχε όμως το δηκτικό πνεύμα του Λουκιανού.
β. Το πάθημα τού Λακύδη
Λακύδης, ο φιλόσοφος που διαδέχθηκε τον Αρκεσίλαο στην Ακαδημία, είχε γεμάτο το κελάρι του σπιτιού του. Είχε όσα ήθελε να φάει και να πιει· ήταν πλούσιος. Πρόσεχε όμως το κελάρι του. Αυτός το κλείδωνε, αυτός το άνοιγε. Μόνος του τα έκανε όλα. Συνήθιζε να κλειδώνει μ’ έναν περίεργο τρόπο που είχε σοφισθεί. Αφού σφράγιζε την κλειδαριά με το δαχτυλίδι του, έριχνε μέσα από την τρύπα τη βούλα της σφραγίδας. Οι υπηρέτες του παρατήρησαν προσεκτικά πώς κλείδωνε, και κατάλαβαν τι έκανε.
Σαν βγήκε μια μέρα ο Λακύδης περίπατο, έσπασαν τη βούλα, μπήκανε στην αποθήκη, φάγανε, ήπιανε όσο μπορούσαν και φύγανε, αφού σφράγισαν εκ νέου με τον τρόπο του Λακύδη το κελάρι. Σαν γύρισε ο Λακύδης, που είχε αφήσει γεμάτα τα πιθάρια, τα βρήκε άδεια. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί, αφού η βούλα ήταν μέσα.
Arcesilas-et-Carneade
Είχε ακούσει να λέγουν ότι ο Άρκεσίλαος είχε διδάξει την ακαταληψία. Τότε σκέφθηκε ότι το ίδιο συνέβαινε και με τον εαυτό του, που δεν καταλάβαινε πώς το γεμάτο κελάρι βρέθηκε άδειο, με την κλειδαριά ωστόσο σφραγισμένη, και έτσι άρχισε να διδάσκει και ο ίδιος την ακαταληψία.
Βέβαια, η ιστορία δεν τελειώνει εδώ, έχει φιλοσοφικές προεκτάσεις. Οι δούλοι χρησιμοποίησαν το επιχείρημα του ίδιου του Λακύδη για την απαραλλαξία των παραστάσεων, λέγοντας ότι η φιλοσοφία του Λακύδη τον έκανε ανίκανο να αποφανθεί για τη σφραγίδα που είχε σπάσει και ξανακολλήσει, αφού δε φαινόταν διαφορά ανάμεσα στην ξανακολλημένη και την καινούργια. Οι παραστάσεις ήταν απαράλλακτες. Ό Λακύδης προσπάθησε να ανταπαντήσει με επιχειρήματα, οι δούλοι χρησιμοποίησαν καινούργια με τη βοήθεια των στωικών, και η συζήτηση συνεχίστηκε. Οι δούλοι επικαλέστηκαν και το επιχείρημα της αβεβαιότητας της μνήμης -και αυτό του Λακύδη- γιατί o τελευταίος έλεγε ότι δεν ακολουθούσε τα δοξαστά και συνεπώς δεν εμπιστευόταν τη μνήμη.
Στους ευρύτερους κύκλους οι σκεπτικοί είχαν γίνει αντικείμενο ειρωνικών σχολιασμών και ιστοριών -που άλλοτε μας προκαλούν χαμόγελα και άλλοτε τις αντιμετωπίζουμε πιο σοβαρά- όπως είναι οι επιθέσεις του Αριστοκλή. Στο πνεύμα του τελευταίου αλλά με πιο απλοϊκό τρόπο εκφράζεται και ό Επίκτητος, πού και αυτός δεν συμπαθεί τούς σκεπτικούς.
********
sekstos
Aπό το βιβλίο «Σέξτος ο Εμπειρικός» εκδόσεις Ζήτρος

Δεν υπάρχουν σχόλια: